Το Λαύριο βρίσκεται στο ΝΑ άκρο της Αττικής, είναι δε μια πολύ γραφική κωμόπολη. Η φήμη του Λαυρίου οφείλεται στα μεταλλεία κυρίως ασημιού, χάρη στα οποία η κλασική Αθήνα κατάφερε να χτίσει το στόλο της, που θα καταβύθιζε τον περσικό στόλο.

Το Λαύριο συνδέεται με την πρωτεύουσα με οδικό δίκτυο. Η απόσταση από την Αθήνα είναι 60 km. Τόσο το οδικό δίκτυο όσο και το λιμάνι του Λαυρίου εκσυγχρονίστηκαν τα τελευταία χρόνια, όμως η ανάγκη σύνδεσής του με την πρωτεύουσα μέσω προαστιακού σιδηροδρόμου παραμένει ανεκπλήρωτη. Να σημειώσουμε μονάχα ότι από το 1885 μέχρι το 1957 λειτουργούσε σιδηροδρομική γραμμή Αθηνών – Λαυρίου.

Απέναντι από το Λαύριο βρίσκεται η Μακρόνησος, με την παλαιότερη ονομασία Ελένη ή Κρανάη. Το νησί ανήκει στις Κυκλάδες και είναι το δυτικότερο της ομάδας. Αν και έχει βρεθεί νεολιθική εγκατάσταση και αρχαιολογικά ευρήματα διαφόρων περιόδων, η Μακρόνησος είναι κυρίως γνωστή για το στρατόπεδο αναμόρφωσης κομμουνιστών κατά τον εμφύλιο. Το 1949 μάλιστα ιδρύθηκε ο εφήμερος Οργανισμός Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου. Σήμερα τα στρατόπεδα αυτά διατηρούνται ως χώρος μνήμης και προστατεύονται.

Η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου του Λαυρίου ξεκίνησε την 3η χιλιετία π.Χ. και συνεχίστηκε μέχρι το 2ο π.Χ. αι. Σήμερα είναι ορατά τα πλυντήρια μεταλλευμάτων και αποτελούν πηγή γνώσης για μας, αναφορικά με τον τρόπο επεξεργασίας των. Η σύγχρονη εκμετάλλευση ξεκίνησε το 1864 από την Γαλλο-ιταλική εταιρεία «Σερπιέρι», η οποία στη συνέχεια εξαγοράστηκε από την εταιρεία «Ελληνική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου» του Ανδρέα Συγγρού το 1873. Η δραστηριότητες στα μεταλλεία θα σταματήσουν το 1992 και ο χώρος θα χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Το ΕΜΠ θα δημιουργήσει το Τεχνολογικό και Πολιτιστικό Πάρκο.

Θορικός :

Ο Θορικός ήταν ο χώρος στον οποίο πρωτοξεκίνησε η εξόρυξη των μεταλλευμάτων. Οι ανασκαφές στο χώρο διεξήχθησαν από τη βελγική αρχαιολογική αποστολή κατά το 1963-1976. Την τρίτη χιλιετία πρέπει να ξεκίνησε η εκμετάλλευση μολύβδου, ενώ του αργύρου το 1500 π.Χ. Στην περιοχή σώζονται πέντε μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι που χρονολογούνται από το 1600 μέχρι το 1100.

Σε καλή κατάσταση σώζεται το αρχαίο θέατρο το οποίο έχει ασυνήθιστη επιμηκυμένη κάτοψη, καθώς είναι χτισμένο στη φυσική πλαγιά του λόφου. Η πρώτη επέμβαση στη φυσική πλαγιά χρονολογείται από τα τέλη του 6ου π.Χ. αι. και ως εκ τούτου είναι από τα αρχαιότερα θέατρα. Τον 5ο π.Χ. αι. χτίζεται το κάτω κοίλον ενώ τον 4ο το άνω. Η χωρητικότητα του φτάνει τις 4.000 θέσεις. Ιδιόμορφη είναι και η ορχήστρα καθώς έχει τετράγωνη κάτοψη. Ο ναός του Διονύσου βρισκόταν δυτικά της ορχήστρας, σώζεται το κρηπίδωμα και χρονολογείται στον 5ο π.Χ. αι., ενώ ανατολικά σώζεται η βάση του βωμού. Η σκηνή δε σώζεται, καθώς την περίοδο αυτή δεν υπήρχαν λίθινες και η ξύλινη δεν αντικαταστάθηκε αργότερα. Το θέατρο χρησιμοποιούνταν και ως χώρος συνέλευσης των πολιτών, για τον λόγω αυτό στην ανατολική πλευρά σώζεται μια λαξευτή αίθουσα με θρανία, για τις συνελεύσεις των εκπροσώπων των δήμων.

Δυτικά σώζονται σε καλή κατάσταση τα πλυντήρια μεταλλευμάτων. Νότια του θεάτρου υπάρχει κάμινος παραγωγής σιδήρου ρωμαϊκής περιόδου και νεκρόπολη 6ου-4ου π.Χ αι.

Προτού αποχωρήσετε ρίξτε μια ματιά στη γύρω περιοχή και δείτε τους λόφους που οι ντόπιοι αποκαλούν, όχι τυχαία, «τα στήθη της Αφροδίτης».