Η Θεσσαλονίκη είναι η πρωτεύουσα της κεντρικής Μακεδονίας. Η ιστορία της Μακεδονίας ξεκινά από τους προϊστορικούς χρόνους. Στην κοιλάδα του Αξιού στο σπήλαιο των Πετραλώνων βρέθηκε το κρανίου του αρχανθρώπου, το οποίο θεωρείται ότι είναι η γέφυρα μεταξύ homo erectus και homo sapiens, 250.000 – 150.000 χρόνια πριν από σήμερα. Τα παλαιολιθικά εργαλεία, πελεκημένες πέτρες, χειροπελέκεις και κροκάλες αποτελούν απτές αποδείξεις των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων. Η νεολιθική κατοίκηση τεκμηριώνεται από τους οικισμούς όπως στο Ντικιλί-Τας Φιλίππων, τις Θέρμες, την Τούμπα Θεσσαλονίκης κ.α. Η γεωγραφική θέση της Θεσσαλονίκης καθώς βρίσκεται σε πέρασμα μεταξύ δύο ηπείρων, Ευρώπης και Ασίας, η παράκτια θέση της αλλά και το εύφορο έδαφός της συνετέλεσαν ώστε να έχει μια αδιάκοπη κατοίκηση και ανάπτυξη.

Οι Μακεδόνες ήταν ένα από τα ελληνικά φύλλα που ζούσαν ως νομάδες κτηνοτρόφοι στις λοφοσειρές της Πίνδου. Μετά το 1100 μια ομάδα εγκαταστάθηκε στους ΒΑ πρόποδες του Ολύμπου. Από εκεί είχαν τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται τη γύρω περιοχή. Η αύξηση του πληθυσμού τους από’ κει και πέρα ήταν ραγδαία.

Το α’ μισό του 7ου π.Χ. αι. ιδρύεται από τον Περδίκα το Μακεδονικό Βασίλειο με πρωτεύουσα τις Αιγές, τη σημερινή Βεργίνα. Η δύναμη του βασιλείου θα γιγαντωθεί με τον Φίλιππο Β’, τον πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Φίλιππος αφού αναδιοργάνωσε το στρατό και υπέταξε τους Ιλλυριούς, Παίονες και Θράκες ήταν έτοιμος να επεκταθεί προς νότο.

Στο Συνέδριο των Ελλήνων της Κορίνθου ο Φίλιππος ανακοινώνει την πρόθεσή του να εκδικηθεί τους Πέρσες, για τις καταστροφές που υπέστησαν οι Έλληνες το 480 π.Χ. Θα τον προλάβει όμως η δολοφονική ενέργεια που στήθηκε εναντίον του κι έτσι ο γιός του Αλέξανδρος Γ’ θα αναλάβει την εκπλήρωση των σχεδίων του, το 336 π.Χ. Ο Αλέξανδρος θα καταλύσει το βασίλειο των Περσών και θα επεκταθεί μέχρι τις Ινδίες δημιουργώντας ένα οικουμενικό κράτος. Η μοίρα όμως θα οδηγήσει και αυτόν σε πρόωρο θάνατο, ανακόπτοντας τη νικηφόρα πορεία του. Ο Μέγας Αλέξανδρος θα πεθάνει το 323 π.Χ, σε ηλικία μόλις 33 χρόνων. Μετά το θάνατό του το κράτος θα μοιραστεί από τους επιγόνους και θα δημιουργηθούν τα βασίλεια της Αιγύπτου, της Περγάμου, της Συρίας και της Μακεδονίας. Με το θάνατο του Αλεξάνδρου ξεκινά η Ελληνιστική Περίοδος.

 

 

Στο σημείο αυτό θα διακόψω την αφήγησή μου ώστε να θυμίσω μια ιστορική πραγματικότητα, καθώς ανιστόρητοι άνθρωποι δημιουργούν παρανοήσεις ακόμη και σε αυτονόητα θέματα. Το αυτονόητο δε στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στη Βαλκανική τον 7ο αι. μ.Χ., τουτέστιν περίπου μια χιλιετία από το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αυτή λοιπόν είναι η αναφορά μου στη F.Y.R.O.M. και πέραν τούτου ουδέν.

Ο επίγονος Κάσσανδρος θα ιδρύσει δύο πόλεις στο βασίλειο της Μακεδονίας. Το ένα θα φέρει το όνομά του και θα είναι η Κασσάνδρεια, το δε άλλο το όνομα της συζύγου και αδελφής του Μ. Αλεξάνδρου Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη κτίστηκε στις υπώρειες του Χορτιάτη και ως εκ τούτου διέθετε φυσική οχύρωση, ενώ και το λιμάνι της ήταν από τα πλέον ασφαλή. Έτσι γρήγορα εξελίχθηκε και συνδέθηκε με τα μεγαλύτερα λιμάνια της Μεσογείου. Ωστόσο τα κατάλοιπα αυτής της οχυρωμένης πόλης σώζονται σε ελάχιστο βαθμό. Η τελευταία επέκταση της πόλης πριν παραδοθεί στους Ρωμαίους θα γίνει επί Φιλίππου Ε’.

Το 168 π.Χ. ο τελευταίος Μακεδόνας βασιλιάς Περσέας θα ηττηθεί κατά κράτος απέναντι στους Ρωμαίους στη μάχη της Πύδνας. Αν και μετά την ήττα αυτή η Μακεδονία διατήρησε μια σχετική αυτονομία, το 148 π.Χ. θα γίνει οριστικά επαρχία των Ρωμαίων.

Η ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης θα συνεχιστεί και επί ρωμαιοκρατίας. Με το εμπόριο θα εισρεύσει πλούτος στην πόλη. Σ’ αυτό βέβαια συνετέλεσε και το γεγονός ότι ήταν ένας σημαντικός κόμβος επί της Εγνατίας οδού. Η οδός αυτή κατασκευάστηκε γύρω στο 146 π.Χ. Καθώς ένωνε την Αδριατική με τον Εύξεινο Πόντο έπαιξε σημαντικό ρόλο τόσο στη Ρωμαϊκή όσο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η μεγαλύτερη ακμή στην πόλη θα συντελεστεί τον 4ο αι., την περίοδο της τετραρχίας, καθώς γίνεται πρωτεύουσα της χερσονήσου του Αίμου. Με τον Γαλέριο θα συντελεστεί μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα.

Στα μέσα του 1ου αι. ο Απόστολος Παύλος απηύθυνε το κήρυγμα της αγάπης στους Θεσσαλονικείς. Η πόλη όμως μέχρι τον 4ο αι. θα παραμείνει κατά κύριο λόγο παγανιστική. Με εντολή του Μεγάλου Θεοδοσίου θα σφαγιαστούν 7.000 άνθρωποι, με αφορμή επεισοδίων στον ιππόδρομο. Τότε ο Επίσκοπος Μεδιολάνων Αμβρόσιος υποχρέωσε τον αυτοκράτορα σε μετάνοια, ωστόσο η μεταστροφή στο χριστιανισμό θα είναι οριστική.

Το 1387 η πόλη έγινε φόρου υποτελής στον Μουράτ Α’. Ενώ το 1403 θα απαλλαγεί από το φόρο, το 1423 θα παραχωρηθεί στους Βενετούς για να προστατευθεί από την τουρκική απειλή. Τελικά το 1430 ο Μουράτ Β’ θα κατακτήσει την πόλη μετά από μία ιδιαίτερα αιματηρή επίθεση. Η Θεσσαλονίκη μπαίνει σε μία περίοδο παρακμής μέχρι την έλευση των διωγμένων Εβραίων το 1492, οι οποίοι θα δώσουν ζωή στην πόλη και ταυτόχρονα τους ακολουθήσουν πολλοί Τούρκοι και Έλληνες.

Κατά τους βαλκανικούς πολέμους το 1912 ο ελληνικός στρατός θα προλάβει να μπει στην πόλη και να αναχαιτίσει τη βουλγαρική απειλή. Το 1913 με τη συμμαχία Σέρβων και Ελλήνων θα ηττηθούν οι Βούλγαροι και η πόλη με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου θα μείνει οριστικά στην Ελλάδα. Θα ακολουθήσει η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, η έλευση 100.000 προσφύγων μετά τη μικρασιατική καταστροφή, οι βομβαρδισμοί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και ο εμφύλιος που θα αλλάξουν ριζικά την όψη της πόλης. Η Θεσσαλονίκη μετά από όλες αυτές τις ανακατατάξεις και τις καταστροφές θα μετατραπεί σε ένα τεράστιο εργοτάξιο όπου θα πάρει την όψη μιας σύγχρονης μεγαλούπολης και θα γίνει πόλος έλξης πληθυσμού. Μαζί βέβαια θα κληρονομήσει και όλα τα προβλήματα που κρύβει πίσω της η αστυφιλία. Σήμερα η χάραξη του μετρό και η υποθαλάσσια σήραγγα πιστεύουμε ότι θα φέρουν ανάσα στα προβλήματα μετακίνησης που ταλαιπωρούν τους θεσσαλονικείς.

 

Αρχαία Αγορά :

 

Η Αγορά της Θεσσαλονίκης χρονολογείται από τον 2ο αι., κατασκευάστηκε όμως πάνω σε προγενέστερη, των πρώτων αυτοκρατορικών χρόνων.

 

 

Ο τετράγωνος πλακόστρωτος αίθριος χώρος, έκτασης 20 στρεμμάτων, στις τρεις του πλευρές περιβαλλόταν από διώροφες διπλές στοές κορινθιακού ρυθμού. Στην τέταρτη όμως, νότια πλευρά, έγινε εκμετάλλευση της υψομετρικής διαφοράς του εδάφους και δημιουργήθηκε μια ημιυπόγεια στοά, cryptoporticus. Οι δημόσιες υπηρεσίες συγκεντρώθηκαν κυρίως στην ανατολική πλευρά. Εκεί εντοπίστηκαν το νομισματοκοπείο, το ωδείο-βουλευτήριο και η βιβλιοθήκη. Στο νομισματοκοπείο μάλιστα βρέθηκαν τέσσερεις μεταλλευτικοί κλίβανοι και πολλές πήλινες μήτρες νομισμάτων. Η σκηνή του ωδείου κοσμούνταν με αγάλματα μουσών μερικά από τα οποία βρέθηκαν.

Στη ΝΑ γωνία βρίσκονται τα υπολείμματα από το ελληνιστικό βαλανείο του 2ου π.Χ. αι. Εκεί στους ρωμαϊκούς χρόνους διαμορφώθηκε συγκρότημα λουτρού και παλαίστρας, όπου εντάχθηκε και μια στοά, η επονομαζόμενη Στοά των Ειδώλων. Η στοά αυτή περιελάμβανε αμφίπλευρους πεσσούς με ανάγλυφες ανθρώπινες μορφές.

 

 

Οι πεσσοί αυτοί είναι γνωστοί και ως «Μαγεμένες» ή «incantadas» όπως τους ονόμασαν οι σεφαραδίτες Εβραίοι. Το 1862 μεταφέρθηκαν στη Γαλλία και σήμερα εκτίθενται στο Λούβρο. Τα σχέδια του Stuart, εκτελεσμένα το 1752, παρουσιάζονται σε μεγέθυνση στη μόνιμη έκθεση. Στην κύρια όψη εικονίζονται η Νίκη, η Αύρα, ένας Διόσκουρος και ο Γανυμήδης, ενώ στην πίσω πλευρά η Μαινάδα, ο Διόνυσος, η Αριάδνη και η Λήδα. Οι μαγεμένες είναι η γαλλική έκδοση της γνωστής ελγίνειας ιστορίας.

 

Ανάκτορα Γαλερίου :

 

 

Ο Γαλέριος ως τετράρχης όταν αποφάσισε να μετατρέψει τη Θεσσαλονίκη σε διοικητικό κέντρο οικοδόμησε το ανακτορικό συγκρότημα, το οποίο και ήταν το διοικητήριό του. Η έκταση του συγκροτήματος έφτανε τα 150 στρέμματα. Η όψη του ανακτόρου ήταν στραμμένη προς τη θάλασσα. Στο ισόγειο υπήρχαν πολυτελή λουτρά. Στο χώρο μπορεί κανείς να δει το αίθριο με το περιστύλιο, το οκτάγωνο και ένα νυμφαίο. Ο ιππόδρομος επίσης, σπαράγματα του οποίου διασώθηκαν σε υπόγεια πολυκατοικιών, αποτελούσε μέρος του συγκροτήματος και βρισκόταν σε άμεση επικοινωνία με αυτό.

 

Αψίδα Γαλερίου :

 

 

Η Αψίδα του Γαλερίου ή η Καμάρα, όπως συνηθίζουν να την αποκαλούν οι θεσσαλονικείς, στολίζει το κέντρο της Θεσσαλονίκης και αποτελεί ένα από τα σύμβολα της πόλης. Η ανέγερσή της τοποθετείται στο 305, όταν ο Γαλέριος νίκησε το βασιλιά των Περσών Ναρσή. Ο Γαλέριος στο σύστημα της τετραρχίας που ίδρυσε ο Διοκλητιανός ήταν ο Καίσαρας της Ανατολής, δηλαδή βοηθός του Αυγούστου της Ανατολής Διοκλητιανού.

Το μνημείο διέθετε ένα οκτάπυλο με 4 κεντρικούς ογκώδεις πεσσούς και 4 δευτερεύοντες. Το κεντρικό δε τμήμα στεγαζόταν με χαμηλό θόλο. Αυτό που σώζεται σήμερα είναι οι δύο από τους κεντρικούς πεσσούς και ο ένας από τους δευτερεύοντες.

 

 

Κάτω από την αψίδα περνούσε η Εγνατία Οδός όπου διασταυρωνόταν με τη βασιλική οδό. Η οδός αυτή προς νότο οδηγούσε στα ανάκτορα του Γαλερίου, ενώ βόρεια στη Ροτόντα.

Οι κεντρικοί χτιστοί πεσσοί εξωτερικά ήταν επενδυμένοι με ανάγλυφες μαρμάρινες πλάκες. Οι προσόψεις του κεντρικού τμήματος κατέληγαν σε αετώματα. Κάτω από τα αετώματα και πάνω από κάθε πεσσό υπήρχαν κόγχες μέσα στις οποίες είχαν τοποθετηθεί τα αγάλματα των τετραρχών. Θεωρείται ότι στις ΝΑ κόγχες ήταν τοποθετημένα τα αγάλματα των Διοκλητιανού και Γαλερίου, ενώ στις ΒΔ αυτά των Μαξιμιανού και Κωνσταντίνου Χλωρού. Πάνω στους πεσσούς υπήρχαν πλήθος παραστάσεων. Στις 14 ζώνες του Β πεσσού εικονίζονται οι μάχες κατά των Περσών, ενώ στις 14 ζώνες του Ν πεσσού προπαγανδίζεται η ενότητα της τετραρχίας.

 

Ροτόντα :

 

 

Ένα από τα οικοδομήματα που προσέθεσε ο Γαλέριος στον ιστό της πόλης είναι και η Ροτόντα. Το περίκεντρο αυτό κτίσμα οικοδομήθηκε το 306 πιθανότατα ως ναός του Δία.

Η εσωτερική διάμετρος του μνημείου φτάνει τα 24,50 m, ενώ το πάχος των τοίχων τα 6,30 m. Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό αφιερωμένο πιθανόν στους Ασωμάτους. Στην αρχική του μορφή ο βαρύς τοίχος έφερε 8 κόγχες. Η δυτική από αυτές μετατράπηκε σε νέα είσοδο και διαμορφώθηκε νάρθηκας με πρόπυλο και παρεκκλήσια. Η ανατολική κόγχη διευρύνθηκε ώστε να στεγάσει το ιερό, ενώ περιμετρικά κτίστηκε στοά επικοινωνούσα με τον κυρίως ναό, καθώς γκρεμίστηκαν οι τοίχοι των περιμετρικών κογχών. Η στοά αυτή σήμερα δε σώζεται.

 

 

Εντυπωσιακά είναι τα ψηφιδωτά που κοσμούν το μνημείο με τον πλούτο των θεμάτων και την πολυχρωμία τους. Τα ψηφιδωτά εκτείνονται σε τρεις ζώνες. Η ανώτερη περιλαμβάνει τέσσερεις αγγέλους που κρατούν τον Χριστό σε κίνηση θριάμβου, μέσα σε τριπλή δόξα. Δυστυχώς μεγάλο τμήμα της παράστασης έχει καταστραφεί. Η μεσαία ζώνη, που είναι και η πιο κατεστραμμένη, παρουσιάζει πιθανότατα αγγέλους σε διασκελισμό. Η κατώτερη δε ζώνη, περιλαμβάνει δεόμενους μάρτυρες μπροστά σε οικοδομικά σύνολα. Οι παραστάσεις αυτές ανήκουν μάλλον στα μέσα του 5ου αι. Η ανάληψη της αψίδας χρονολογείται στις τελευταίες δεκαετίες του 9ου αι.

Το 1523, όταν η Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης μετατράπηκε σε τζαμί, ο ναός γίνεται μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Το 1591 ο Σεΐχης Σουλεϊμάν Χορτάτζ Εφέντη, ο τάφος του οποίου βρίσκεται πίσω από την κόγχη του ιερού, μετέτρεψε το μνημείο σε τζαμί. Το 1914 μετατρέπεται εκ νέου σε ναό, αφιερωμένο όμως αυτή τη φορά στον Άγιο Γεώργιο. Από το 1920 σταμάτησε η θρησκευτική του χρήση και έκτοτε λειτουργεί ως μουσείο.

 

Παναγία Αχειροποίητος :

 

 

Η Παναγία Αχειροποίητος ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με υπερώα και χρονολογείται στα μέσα του 5ουαι. Ο ναός πήρε το όνομά του από την αχειροποίητο εικόνα της Θεοτόκου, η οποία αποτελούσε το παλλάδιό του. Η προσωνυμία αναφέρεται σε έγγραφο του 1320.

Η Αχειροποίητος είναι κτισμένη πάνω σε τεράστιες λουτρικές εγκαταστάσεις ρωμαϊκής περιόδου. Το ανατολικό και βόρειο τμήμα μάλιστα του λουτρώνα συνέχισε να λειτουργεί και μετά την ανέγερση του ναού. Το μήκος του ναού είναι 51,90 m ενώ το πλάτος 30,80 m. Στις δύο πλευρές του κεντρικού κλίτους υπάρχει κιονοστοιχία από 12 κίονες. Ανατολικά το οικοδόμημα απολήγει σε κόγχη, ενώ στην απόληξη του βορείου κλίτους, κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, διαμορφώθηκε παρεκκλήσι της Αγίας Ειρήνης. Διαθέτει νάρθηκα κατά μήκος του δυτικού τοίχου, όμως τα υπολείμματα δείχνουν ότι υπήρχε και εξωνάρθηκας με αίθριο, όπως συνηθίζεται στις παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Το πρόσκτισμα που βρίσκεται νότια του ναού έχει ερμηνευθεί ως βαπτιστήριο. Η κύρια είσοδος του ναού διαμορφώνεται με μνημειακό πρόπυλο και βρίσκεται στο μέσον του νοτίου τοίχου, παραπέμποντας στις συριακές βασιλικές.

 

 

Εντυπωσιακή είναι η μαρμάρινη διακόσμηση του ναού με τα ιωνικά σύνθετα κιονόκρανα, το προκονήσιο μάρμαρο του δαπέδου και το θεσσαλικό μάρμαρα στο τρίβηλο του νάρθηκα. Τα εσωρράχια των τόξων του ισογείου και του νοτίου υπερώου κοσμούνται με ψηφιδωτά του 5ου αι. Από τις τοιχογραφίες του 13ο αι. έχουν διασωθεί 18 από τους 40 μάρτυρες της Σεβάστειας, οι οποίοι εικονίζονται εναλλάξ σε μετάλλια και ολόσωμες παραστάσεις πάνω από τη νότια κιονοστοιχία.

 

 

Ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί από τον Μουράτ Β’, ο οποίος μάλιστα χάραξε επιγραφή στον όγδοο από ανατολικά κίονα του βορείου κλίτους. Τότε το τζαμί ονομάστηκε «Εσκί Τζουμά Τζαμισί». Η Αχειροποίητος ως παλαιοχριστιανικός ναός έχει διατηρηθεί σε αρίστη κατάσταση, ήταν δε ο πρώτος ναός που μετατράπηκε σε τέμενος μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης.

 

Άγιος Δημήτριος :

 

 

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι πεντάκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με νάρθηκα και εγκάρσιο κλίτος. Ο αρχικός ναός είχε κτιστεί μετά το 313, μετά δηλαδή την αναγνώριση του χριστιανισμού, πάνω στο λουτρό όπου μαρτύρησε ο άγιος. Τον 5ο αι. στη θέση του οικοδομήθηκε τρίκλιτη βασιλική με δωρεές του επάρχου του Ιλλυρικού Λεοντίου, ο οποίος θεραπεύθηκε από ανίατη ασθένεια με το μύρο που ανέβλυζε από τον τάφο του αγίου. Ο ναός όμως κάηκε το 626. Αμέσως στη θέση του ανεγέρθηκε πεντάκλιτη βασιλική. Μετά και από την καταστροφική πυρκαγιά του 7ου αι. αναγείρεται εκ νέου. Το 1493 θα μετατραπεί σε τζαμί και το 1912, με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, θα ξαναγίνει χριστιανικός ναός. Θα καεί όμως και πάλι με τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και θα αναστυλωθεί με μεγάλη πιστότητα το 1949, παρότι αμφισβητείται η ορθότητα κατασκευής πύργων στη δυτική πλευρά.

 

 

Στα ΝΑ του ναού υπάρχει παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Ευθύμιο. Το παρεκκλήσι αυτό κατασκευάστηκε από τον Πρωτοστράτορα Μιχαήλ Γλαβά Ταρχανειώτη το 13ο αι.

 

 

Τα ψηφιδωτά του Αγίου Δημητρίου μιμούνται φορητές εικόνες και αναφέρονται στα θαύματα του Αγίου και τα πρόσωπα που συνέβαλαν στην ανέγερση του ναού. Σε μία από αυτές που χρονολογείται μετά το 640 ο άγιος βρίσκεται στο μέσον και αγγίζει τους ώμους ενός επισκόπου στα δεξιά και ενός άρχοντα στα αριστερά του. Πίσω τους διακρίνονται οι επάλξεις των τειχών.

 

 

Το 1185, μετά από επιδρομή Νορμανδών, εκλάπησαν τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου και μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Το 1978 επέστρεψαν στον τόπο τους από το Αβαείο του Αγίου Λαυρεντίου και τοποθετήθηκαν σε αργυρή λάρνακα.

 

Αγία Σοφία :

 

 

Η Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης, αφιερωμένη στη σοφία του Θεού, ανήκει στους μεταβατικούς σταυροειδείς τρουλλαίους ναούς με περίστωο. Ο ναός οικοδομήθηκε τον ύστερο 7ο αι. πάνω σε προγενέστερη πεντάκλιτη βασιλική του 5ου αι., η οποία είχε καταρρεύσει με το σεισμό του 620. Κατά τη λατινοκρατία, 1204-1224, έγινε μητρόπολη των Λατίνων. Το 1523 δε, επί τουρκοκρατίας, μετετράπη σε τζαμί από τον Μακτούλ Ιμπραήμ Πασά. Τότε προστέθηκε στη βορειοδυτική γωνία και ένας μιναρές. Κάηκε το 1890 και μετά την αναστύλωση που ξεκίνησε το 1907 καθαγιάστηκε το 1913.

 

 

Εξαίρετης ομορφιάς είναι τα ψηφιδωτά του ναού, τα οποία κατανέμονται σε τρεις περιόδους. Στην πρώτη, της εικονομαχικής περιόδου, ανήκουν τα ψηφιδωτά της καμάρας του ιερού με τον ανεικονικό διάκοσμο. Την ίδια περίοδο στην κόγχη υπήρχε μεγάλος σταυρός, όπως στην Αγία Ερήνη Κων/πόλεως. Στη δεύτερη περίοδο ανήκει η Ανάληψη του τρούλλο, του 9ου αιώνος. Η παράσταση αυτή είναι δείγμα της Αναγέννησης των Μακεδόνων. Στην κόγχη του ιερού η ένθρονη Παναγία του 11ου-12ου αι. είναι έργο της τρίτης περιόδου και αντικατέστησε το σταυρό της εικονοκλαστικής περιόδου. Οι τοιχογραφίες του ναού ανήκουν στον 11ο αι.

 

Μονή Λατόμου (Όσιος Δαβίδ) :

 

Η Μονή Λατόμου ιδρύθηκε στα τέλη του 5ου αι., πάνω σε προγενέστερο ρωμαϊκό κτίσμα. Το κτίσμα αρχικά είχε σταυροειδή κάτοψη, καθώς τέσσερα διαμερίσματα ήταν ενσωματωμένα πλευρικά. Σήμερα ωστόσο λείπει το δυτικό τμήμα και γι’ αυτό η είσοδος βρίσκεται νότια. Ο ναός το 1430 με την άλωση της Θεσσαλονίκης μετετράπη σε τζαμί και ξαναλειτούργησε ως εκκλησία το 1921.

 

 

Η μονή είναι γνωστή για τις τοιχογραφίες του 12ου αι., αλλά κυρίως για το ψηφιδωτό του 5ου αι. που απεικονίζει το όραμα του Ιεζεκιήλ.

 

Παναγία Χαλκέων :

 

 

 

Ο ναός είναι χτισμένος πλησίον της χαλκευτικής στοάς απ’ όπου παίρνει και την ονομασία του. Όπως πληροφορούμαστε από την επιγραφή στην είσοδο, κτήτορες είναι ο Πρωτοσπαθάριος Χριστόφορος, η σύζυγος και τα παιδιά του. Έτος ιδρύσεως αναφέρεται το 1028. Ο τάφος του ιδρυτή βρίσκεται στο βόρειο τοίχο.

Αρχιτεκτονικά ο ναός ακολουθεί τον τύπο του σταυροειδή εγγεγραμμένου. Εντυπωσιάζει το κόκκινο χρώμα της οικοδομής, καθώς είναι εξολοκλήρου κατασκευασμένος από πλίνθους. Η εξωτερική διακόσμηση των τοίχων ακολουθεί τα κωνσταντινουπολίτικα πρότυπα.

Λίγες χριστολογικές σκηνές στον κυρίως ναό, η Πλατυτέρα στην κόγχη, Ιεράρχες, η Κοινωνία των Αποστόλων και στο νάρθηκα η Δευτέρα Παρουσία είναι ό,τι έχει απομείνει από τον αρχικό τοιχογραφικό διάκοσμο. Από την περίοδο των Παλαιολόγων χρονολογούνται η Κοίμηση της Θεοτόκου, σκηνές Ακαθίστου Ύμνου και μεμονωμένες μορφές αγίων. Το 1430 ο ναός μετετράπη σε τζαμί και μετονομάστηκε σε Καζαντζιλάρ Τζαμισί.

 

Λευκός πύργος :

 

 

Μέχρι το 1867 σωζόταν το θαλάσσιο τείχος της Θεσσαλονίκης το οποίο περιελάμβανε τρεις πύργους. Ο Λευκός Πύργος ήταν ο ΝΑ πύργος του οχυρού και βρισκόταν στο σημείο όπου συναντιόταν το ανατολικό με το θαλάσσιο τείχος. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς χτίστηκε, πάντως τοποθετείται στον 15ο αι. Στη θέση αυτή προϋπήρχε ένας βυζαντινός. Ο πύργος ονομάστηκε «λευκός» όταν το 1890 ασπρίστηκε με ασβέστη από ένα κατάδικο. Μέχρι τότε ονομαζόταν «Φρούριο της Καλαμαριάς», «Πύργος Γενιτσάρων», επειδή χρησίμευε και ως στρατιωτικό κατάλυμα, αλλά κυρίως «Πύργος του Αίματος». Γύρω από τον πύργο υπήρχε χαμηλό τείχισμα που διαμόρφωνε ένα οκταγωνικό περίβολο. Αυτός ο περίβολος κατεδαφίστηκε στις αρχές του 20ου αι.

Ο επταώροφος πύργος έχει ύψος 33,90 m και η διάμετρο 22,70 m. Η κοχλιωτή του κλίμακα, μήκους 120 m, αφήνει στο κέντρο ένα κυκλικό πυρήνα με διάμετρο 8,50 m, ενώ στο πάχος του εξωτερικού τοίχου διαμορφώνονται και τετράπλευρα δωμάτια. Αξίζει να επισκεφτεί κανείς τη μόνιμη έκθεση, που αναφέρεται στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, και να δει τη θέα από την κορυφή του πύργου.

 

Γενί Τζαμί :

 

 

Το έτος 1900 χτίζεται στη Θεσσαλονίκη το Γενί Τζαμί, με προτροπή του Χατζί Μεχμέτ Χαϊρί Πασά και με σχέδια του αρχιτέκτονα Vitalliano Poselli. Το κτήριο χρηματοδοτήθηκε από τους Εβραίους που ασπάστηκαν το Ισλάμ. Το τζαμί αυτό θα είναι και το τελευταίο που οικοδομήθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Η κάτοψη του κτηρίου είναι τετράγωνη, ενώ ο χώρος προσευχής στεγάζεται με τρούλλο. Εξωτερικά το κτήριο φέρει στοιχεία εκλεκτικισμού. Εσωτερικά δε, εντυπωσιακή είναι η γραπτή διακόσμηση της οροφής. Την περίοδο 1925-62 το κτήριο στέγασε το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Σήμερα λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος.

 

Αλατζά Ιμαρέτ :

 

 

Το μνημείο ανεγέρθηκε το 1484 από τον Βεζίρη Ισχάκ Πασά, την περίοδο που διετέλεσε βαλής (έπαρχος) της Θεσσαλονίκης μετά την συνταξιοδότησή του. Η ονομασία «αλατζά» σημαίνει πολύχρωμο. Ονομάστηκε έτσι από τους ρομβοειδείς πολύχρωμους λίθους του μιναρέ, του οποίου μόνο η βάση σώζεται σήμερα.

Αρχιτεκτονικά η κάτοψή του διαμορφώνει ανεστραμμένο Τ. Η κλειστή αυλή και ο κύριος χώρος προσευχής, διαταγμένοι στον κατά μήκος άξονα, στεγάζονται με ισομεγέθεις και ισοϋψείς τρούλλους. Εκατέρωθεν της κλειστής αυλής βρίσκονται τα πλευρικά θολοσκεπή διαμερίσματα. Μπροστά από την κύρια πύλη βρίσκεται προστώο που αποτελεί και τον εγκάρσιο άξονα. Το προστώο καλύπτεται από πέντε θόλους, ο μεσαίος εκ των οποίων είναι μεγαλύτερος και ψηλότερα τοποθετημένος.

Το μνημείο έχει αναπαλαιωθεί και λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος.

 

Μπέη Χαμάμ :

 

 

Πρόκειται για το πρώτο λουτρό που κτίστηκε στη Θεσσαλονίκη και χρονολογείται από το 1444 όπως αναφέρει η επιγραφή του. Είναι το μεγαλύτερο στον ελλαδικό χώρο διαστάσεων 28 x 44 m. Διαθέτει χωριστό ανδρικό και γυναικείο τμήμα. Οι διατάξεις των δύο τμημάτων είναι σχεδόν πανομοιότυπες, με το γυναικείο τμήμα κατά τι μικρότερο του ανδρικού. Ο κρύοι χώροι καλύπτονται με μεγάλους ημισφαιρικούς τρούλλους, καθισμένους σε οκταγωνικά τύμπανα. Οι θόλοι φέρουν φωτιστικό οφθαλμό στην κορυφή. Οι υπόλοιποι χώροι, χλιαροί και ζεστοί, καλύπτονται επίσης με θόλους μικροτέρων όμως διαστάσεων. Οι ζεστοί θάλαμοι φέρουν κεντρικά τη μεγάλη μαρμάρινη πλάκα, πάνω στην οποία έτριβαν τους λουόμενους. Πλευρικά βρίσκονται οι ατομική χώροι.

 

 

Το κτήριο, γνωστό και ως λουτρό του παραδείσου, ήταν σε χρήση μέχρι το 1960. Σήμερα αποκατεστημένο χρησιμοποιείται ως εκθεσιακός και μουσειακός χώρος.

 

Γενί Χαμάμ (Αίγλη) :

 

 

Ανεγέρθηκε από τον Κετχουντά Χουσρέβ στα τέλη του 16ου αι. Το λουτρό ακολουθούσε την καθιερωμένη διάταξη κρύου-χλιαρού-ζεστού θαλάμου. Διατηρούνται οι δύο θολοσκεπείς αίθουσες των αποδυτηρίων του ανδρικού και του γυναικείου τμήματος. Οι χλιαροί χώροι σκεπάζονται με σκαφοειδείς θόλους. Όσο για τους ζεστούς χώρους, αυτοί δεν έχουν σωθεί.

Το κτήριο σήμερα χρησιμοποιείται σε διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

 

Παζάρ Χαμάμ (Γιαχουντί Χαμάμ) :

 

 

Το λουτρό ιδρύθηκε από τον Χαλίλ Αγά στα τέλη του 15ου αι. Με την έλευση των Εβραίων το 1492 η περιοχή μετατράπηκε σε κέντρο του εβραϊκού στοιχείου, οπότε και το λουτρό ονομάστηκε Γιαχουντί Χαμάμ. Το κτήριο είναι θολοσκεπές και καλύπτει έκταση 754 m². Στην κατασκευή του έχουν χρησιμοποιηθεί πολλά σπόλια από προγενέστερα ρωμαϊκά κτήρια. Μετά την αντιμετώπιση σοβαρών στατικών προβλημάτων που προέκυψαν από το σεισμό του 1978, το κτήριο σήμερα χρησιμοποιείται ως  εκθεσιακός χώρος.

 

Πασά Χαμάμ :

 

 

Ο λουτρώνας χρονολογείται από το 1520. Κτήτορας είναι ο Τζεζεριζαντέ Κοτζά Κασίμ Πασά, σαντζάκμπεης (κυβερνήτης) της Θεσσαλονίκης επί Σουλεϊμάν Α’. Το κτήριο αρχικά ιδρύθηκε ως μονό. Αργότερα όμως κτίστηκαν τα ανδρικά αποδυτήρια που βρίσκονται δυτικά και καλύπτονται με μονόρριχτη στέγη, ενώ ο κεντρικός χώρος μοιράστηκε. Χρησιμοποιήθηκε μέχρι το 1981 και ήταν γνωστό ως Λουτρά Φοίνιξ. Η μελέτη αποκατάστασης του κτηρίου βρίσκεται σε εξέλιξη.

 

Μπεζεστένι :

 

 

Το Μπεζεστένι (κλειστή αγορά) της Θεσσαλονίκης χρονολογείται από το 1455 και οικοδομήθηκε επί Μεχμέτ Β’. Ηαγορά έχει ορθογώνια κάτοψη. Οι έξι μεγάλοι χώροι που διαμορφώνονται εσωτερικά στεγάζονται με αντίστοιχους τρούλους μολύβδινης επένδυσης. Στη μέση κάθε πλευράς υπάρχει μία πύλη εισόδου. Εξωτερικά περιτριγυρίζεται από σειρά καταστημάτων. Το κτήριο κατά καιρούς υπέστη αρκετές στερεωτικές επεμβάσεις, καθώς επλήγη από ισχυρούς σεισμούς και από την πυρκαγιά του 1917. Σήμερα εξακολουθεί να λειτουργεί ως αγορά, ωστόσο στο εσωτερικό του φιλοξενεί και περιοδικές εκθέσεις.

 

Μουσείο Ατατούρκ :

 

 

Το Μουσείο Ατατούρκ, σπίτι του Κεμάλ, βρίσκεται πίσω από το Τουρκικό Προξενείο. Το σπίτι εξωτερικά έχει ροζ χρώμα, είναι τριώροφο και είναι χτισμένο με την τυπική οθωμανική αρχιτεκτονική. Στον τρίτο όροφο τα δύο προεξέχοντα δωμάτια διαμορφώνουν σαχνισιά, ενώ στην πίσω μεριά υπάρχει αυλή, απ’ όπου γίνεται και η πρόσβαση στο δεύτερο όροφο μέσω κλίμακας. Ο πρώτος όροφος (ισόγειο) περιλαμβάνει μια κουζίνα και αποθηκευτικούς χώρους. Στο δεύτερο όροφο βρίσκονται οι χώροι υποδοχής, το σαλόνι, το καθιστικό, το δωμάτιο της μητέρας του Κεμάλ και η κουζίνα. Το δωμάτιο όπου θεωρείται ότι γεννήθηκε βρίσκεται στον τρίτο όροφο. Στο σπίτι εκτίθενται προσωπικά του αντικείμενα πολλά από τα οποία μεταφέρθηκαν από την Τουρκία. Το οίκημα παραχωρήθηκε στην Τουρκία το 1935 με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου.

 

Διοικητήριο :

 

 

Το κτήριο αυτό στέγαζε διάφορους οθωμανικούς διοικητικούς θεσμούς, δικαστήρια και κρατικές υπηρεσίες όπως κτηματολόγιο, υποθηκοφυλακείο αλλά και τη Νομική Σχολή. Οικοδομήθηκε σε σχέδια του Vitaliano Poselli το 1891. Η κάτοψή του είναι ορθογώνια ενώ κεντρικά υπάρχει αίθριος χώρος. Η πιο περίτεχνη όψη του είναι η κύρια, η οποία φέρει νεοκλασικά και αναγεννησιακά στοιχεία. Η προηγούμενη μπαρόκ βαθμιδωτή επίστεψή του έχει αντικατασταθεί από αέτωμα. Η διάνοιξη της πλατείας το 1939, νοτίως του κτηρίου, ανέδειξε την επιβλητικότητά του. Σήμερα στεγάζει το Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης,

 

Τελωνείο :

 

 

 

Το τεράστιο και επιβλητικό κτήριο του Τελωνείου δεσπόζει στον προβλήτα του ιστορικού λιμένα της Θεσσαλονίκης. Διαμορφώθηκε στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού της Θεσσαλονίκης ως εμπορικού κέντρου από τις οθωμανικές αρχές. Το έργο ανατέθηκε σε γαλλική εταιρεία με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Η ίδια εταιρεία ανέλαβε και τα λιμενικά έργα καθώς και τη σιδηροδρομική σύνδεση του Τελωνείου με τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Το κτήριο ολοκληρώθηκε το 1912 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Eli Modiano. Οι διαστάσεις του είναι 25 x 200 m. και είναι το πρώτο κτήριο της Θεσσαλονίκης κατασκευασμένο με οπλισμένο σκυρόδεμα. Σήμερα τμήμα του ισογείου του χρησιμοποιείται ως επιβατικός σταθμός, ενώ αρκετοί χώροι του προσφέρονται και για διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.